Η πορεία των ελληνικών τραπεζών μετά το μνημόνιο

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με κινδύνους που χρήζουν άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης.

Είναι γεγονός ότι την περίοδο των μνημονίων υλοποιήθηκαν αρκετές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κάποιες από τις οποίες είχαν και υψηλό κοινωνικό κόστος. Ωστόσο, όπως η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει στην ανάλυση που συνόδευσε την ανακοίνωση για το μεταμνημονιακό πλαίσιο ενισχυμένης εποπτείας, ακόμη και μετά την έξοδο από το τρίτο πρόγραμμα στήριξης στις 20 Αυγούστου παραμένουν σημαντικές οικονομικές ανισορροπίες.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με κινδύνους όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητά της, οι οποίοι αν δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα θα μπορούσαν να προκύψουν έμμεσα επηρεάζοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών και συνεπώς την αναχρηματοδότηση του κόστους για τις τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα. Η ανάλυση της Κομισιόν εστιάζεται συν τοις άλλοις και στα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος.
Αναλυτικότερα, ενώ οι τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις που συνδέονται με τα χαμηλά επίπεδα κερδοφορίας, τα μεγάλα αποθέματα μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ παραμένουν ισχυροί οι δεσμοί με το κράτος. Ειδικά το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εξακολουθούσε να είναι πολύ υψηλό στα 92,4 δισ. ευρώ ή το 48,5% του συνόλου των ανοιγμάτων σε ισολογισμό. Σύμφωνα με την Κομισιόν, η Ελλάδα έχει υιοθετήσει τη βασική νομοθεσία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης των ισολογισμών των τραπεζών.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Ωστόσο, θα χρειαστούν συνεχείς προσπάθειες προκειμένου να μειωθεί ο δείκτης της μη αποτελεσματικής έκθεσης των τραπεζών σε βιώσιμα επίπεδα και να δοθεί η δυνατότητα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να εκπληρώσουν πρακτικές διαμεσολάβησης και διαχείρισης κινδύνων ανά πάσα στιγμή. Επιπλέον, υπάρχει ένας οδικός χάρτης για τη χαλάρωση των ελέγχων κεφαλαίου, με στόχο την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταθετών. Αν και ορισμένοι έλεγχοι κεφαλαίου έχουν χαλαρωθεί, θα πρέπει να συνεχιστούν οι περαιτέρω προσπάθειες.  Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση για τη μεταμνημονιακή περίοδο. Έτσι, η Ελλάδα θα συνεχίσει να εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις που έχουν στόχο την αποκατάσταση της υγείας του τραπεζικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τη διασφάλιση της συνεχιζόμενης αποτελεσματικότητας του σχετικού νομικού πλαισίου (π.χ. πτώχευση νοικοκυριών και εταιρειών, εξωδικαστικός μηχανισμός, πωλήσεις NPL, ηλεκτρονικές δημοπρασίες). Επίσης, η Ελλάδα θα εφαρμόσει ολοκληρωμένο σχέδιο για την πτώχευση νοικοκυριών με στόχο να μειώσει το ανεκτέλεστο των υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας των εκκρεμών αιτήσεων έως τα τέλη του 2021. Θα παρασχεθεί χρηματοοικονομική κατάρτιση των δικαστών έως τα τέλη του 2018.Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τη πλευρά του θα αναπτύξει μέχρι το τέλος του 2018 μια στρατηγική εξόδου για την πώληση των μεριδίων του στις συστημικές τράπεζες. Η ανεξαρτησία του ΤΧΣ θα τηρηθεί πλήρως και θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό εμπορικούς όρους και χωρίς καμμία πολιτική ή άλλη παρέμβαση. Η απόφαση για την εκκαθάριση ή την επέκταση της εντολής του θα ληφθεί έως τα μέσα του 2022.Τέλος η Ελλάδα θα συνεχίσει τη χαλάρωση των capital controls σε ευθυγράμμιση με τον δημοσιευμένο «οδικό χάρτη».

Η εξέλιξη των χορηγήσεων και των καταθέσεων

Από την πλευρά του ο οίκος αξιολόγησης Moody’s επισημαίνει ότι o τραπεζικός κλάδος παραμένει βασικό σημείο ευπάθειας, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις. Σε αυτόνομη βάση οι συστημικές τράπεζες παραμένουν αδύναμες, με φτωχή ποιότητα assets, χαμηλή κερδοφορία και ένα μεγάλο ποσοστό κεφαλαίου χαμηλότερης ποιότητας με τη μορφή των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων. Οι τράπεζες θα πρέπει να επισπεύσουν την πώληση NPLs από τους ισολογισμούς της, προκειμένου να πετύχουν τους στόχους που συμφωνήθηκαν μέχρι το τέλος του επομένου έτους. Σε κάθε περίπτωση, όπως και η οικονομία γενικότερα, έτσι και οι τράπεζες έχουν σημαντικές προκλήσεις να αντιμετωπίσουν τα επόμενα χρόνια. Και αυτές οι προκλήσεις αποτυπώνονται στα βασικά τραπεζικά μεγέθη, όπως οι καταθέσεις και οι χορηγήσεις. Σύμφωνα λοιπόν με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της ΤτΕ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας διαμορφώθηκε σε -2,4% από -3,2% τον προηγούμενο μήνα, ενώ η μηνιαία καθαρή ροή ήταν θετική κατά 613 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικής καθαρής ροής 831 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Συγκεκριμένα, o ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στο -1,2% από -1,9% τον προηγούμενο μήνα.

 

Η χρηματοδότηση

Η μηνιαία καθαρή ροή της συνολικής χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν θετική κατά 1.055 εκατ. ευρώ έναντι αρνητικής καθαρής ροής 279 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Η μηνιαία καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις, τον Ιούνιο του 2018 ήταν θετική κατά 1.053 εκατ. ευρώ έναντι αρνητικής καθαρής ροής 169 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε -0,4% από -1,6% τον προηγούμενο μήνα. Αρνητική κατά 27 εκατ. ευρώ ήταν η μηνιαία καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τον Ιούνιο του 2018 έναντι αρνητικής καθαρής ροής 104 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησής τους διαμορφώθηκε σε -2,1 από -2,2% τον προηγούμενο μήνα. Σε ό,τι αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις, μείωση κατά 471 εκατ. ευρώ παρουσίασαν τον Ιούνιο του 2018 οι καταθέσεις της γενικής κυβέρνησης έναντι αύξησης κατά 514 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε 38,7% από 41,3% τον προηγούμενο μήνα. Αντιθέτως, αύξηση κατά 1.355 εκατ. ευρώ παρουσίασαν τον Ιούνιο του 2018 οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα έναντι αύξησης κατά 919 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε 7,5% από 7,4% τον προηγούμενο μήνα. Αναλυτικότερα, αύξηση κατά 272 εκατ. ευρώ παρουσίασαν τον Ιούνιο του 2018 οι συνολικές καταθέσεις των επιχειρήσεων, έναντι αύξησης κατά 580 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε 12,6% από 13,1% τον προηγούμενο μήνα. Αύξηση κατά 1.084 εκατ. ευρώ παρουσίασαν τον Ιούνιο του 2018 οι καταθέσεις των νοικοκυριών και των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων έναντι αύξησης κατά 339 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε 6,5% από 6,2% τον προηγούμενο μήνα. Από τα παραπάνω στοιχεία της ΤτΕ γίνεται αντιληπτό ότι η επιστροφή τραπεζών στην κανονικότητα έχει δρόμο ακόμη την ώρα που η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα συνεχίζεται σταδιακά.

Χαμηλό απόθεμα καταθέσεων

Η επιστροφή καταθέσεων από νοικοκυριά και επιχειρήσεις συνεχίζεται με αργό ρυθμό, γεγονός που σύμφωνα και με σχετική ανάλυση του ΙΟΒΕ δείχνει σταθερή αν και αργή ανάκαμψη της εμπιστοσύνης τους. Έτσι, το απόθεμα των συνολικών ιδιωτικών καταθέσεων παραμένει σημαντικά χαμηλότερο σε σύγκριση με τον Νοέμβριο 2014, δηλαδή πριν την τελευταία μεγάλη υποχώρησή του κατά €30,3 δισ. Την ίδια στιγμή συνεχίζεται η απομόχλευση της οικονομίας, καθώς οι τραπεζικές χορηγήσεις εξακολουθούν να μειώνονται, γεγονός στο οποίο συμβάλει και το μεγάλο απόθεμα των «κόκκινων» δανείων.
Κατά το ΙΟΒΕ μεσοπρόθεσμα η προβλεπόμενη οικονομική ανάκαμψη, η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, συνεπικουρούμενη από τα θετικά αποτελέσματα στο πρόσφατο stress test, και τη μείωση της αβεβαιότητας για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών από την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και την οριστικοποίηση του μεταπρογραμματικού πλαισίου επιτήρησης και των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το δημόσιο χρέος αναμένεται να διατηρήσουν ανοδική την τάση των καταθέσεων στο υπόλοιπο του έτους, με σταδιακά θετικό αντίκτυπο στην πιστοδοτική δυνατότητα των τραπεζών.

Καθοριστικοί παράγοντες

Καθοριστικοί παράγοντες για την πιστοδοτική πολιτική θα είναι ο ρυθμός επιστροφής των καταθέσεων, η αποτελεσματική αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων, η πρόσβαση στη διασυνοριακή τραπεζική αγορά και τα προγράμματα συγχρηματοδότησης με την ΕΤΕπ.

Η συνολική εικόνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας

Όπως επισημαίνει στην έκθεση για την νομισματική πολιτική η ΤτΕ, τα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη των τραπεζών βελτιώνονται, καθώς το 2017 περιορίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών τραπεζών, ενώ το α΄ τρίμηνο του 2018 οι τράπεζες επανήλθαν σε κερδοφορία, η οποία όμως παραμένει αδύναμη. Η κεφαλαιακή επάρκεια διατηρείται σε υψηλό επίπεδο, οι πηγές χρηματοδότησης των τραπεζών έχουν διαφοροποιηθεί, ενώ η υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) συνεχίζεται σε συμμόρφωση με τους στόχους που έχουν τεθεί. Επιπλέον, η ανθεκτικότητα των τραπεζών επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα της πρόσφατης άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Αναλυτικότερα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET1) σε ενοποιημένη βάση και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα (15,8% και 16,4% αντίστοιχα τον Μάρτιο του 2018). Τους πρώτους μήνες του 2018 διεξήχθη στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής άσκησης ακραίων καταστάσεων σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών η σχετική άσκηση για τις τέσσερεις σημαντικές ελληνικές τράπεζες.

Σκοπός των stress tests

Σκοπός της άσκησης ήταν να αξιολογηθεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών σε οικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές για την τριετία 2018-2020 με σημείο αναφοράς τα μεγέθη της 31ης Δεκεμβρίου 2017 αναμορφωμένα για την επίπτωση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9/IFRS 9). Συνολικά, κατά μέσο όρο ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών στο δυσμενές σενάριο υποχωρεί κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες, που αντιστοιχούν σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων του τραπεζικού συστήματος κατά 15,5 δισ. ευρώ. Η ΤτΕ σημειώνει ότι η φιλοσοφία της άσκησης δεν ήταν τέτοια ώστε να τίθεται συγκεκριμένο ποσοτικό κριτήριο βάσει του οποίου θα αξιολογείτο αν οι τράπεζες πέτυχαν ή απέτυχαν στην άσκηση. Τουναντίον, τα αποτελέσματα ανά τράπεζα θα συνεκτιμηθούν από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης βάσει της οποίας ο επόπτης ενδέχεται να ζητήσει από κάποια τράπεζα να τηρεί πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα ή/και να θέσει ποιοτικές απαιτήσεις (αναφερόμενες συχνά ως «απαιτήσεις του Πυλώνα ΙΙ»). Ωστόσο, δεν προέκυψε κεφαλαιακό έλλειμμα ως αποτέλεσμα της άσκησης.

Business man with check boxes over navy blue background

Oι δυσκολίες του κλάδου

Παραμένουν ωστόσο οι δυσκολίες του κλάδου των τραπεζών για τη χρηματοδότηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, αλλά οι προοπτικές ανάκαμψης της τραπεζικής χρηματοδότησης παραμένουν θετικές. Σημειώνεται ότι η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας των δυνητικών δανειοληπτών ενισχύει τη ζήτηση τραπεζικής χρηματοδότησης, αλλά και ενθαρρύνει την προσφορά δανειακών κεφαλαίων εκ μέρους των τραπεζών, καθώς συμβαδίζει με την άμβλυνση του πιστωτικού κινδύνου. Είναι θετικό πάντως ότι, στο πλαίσιο της καλύτερης διαχείρισης των ΜΕΑ έχει αρθεί το μεγαλύτερο μέρος των θεσμικών εμποδίων που δυσχέραιναν την αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους, ενώ θα πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά το σχέδιο οδηγιών για την ίδρυση εθνικών εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (asset management companies – AMC) που δημοσίευσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα «κόκκινα» δάνεια οι τράπεζες σημείωσαν πρόοδο με την κυριότερη αυτή πρόκληση καθώς μείωσαν το απόθεμα αυτών των στοιχείων κατά περίπου 10% στη διάρκεια του 2017. Τα ΜΕΑ ανήλθαν στο τέλος του 2017 σε 94,4 δισ. ευρώ μειωμένα κατά περίπου 11 δισ. ευρώ έναντι του τέλους του 2016 (οι τράπεζες ξεπέρασαν κατά περίπου 1,6 δισ. ευρώ τους στόχους που είχαν θέσει για τη μείωση των ΜΕΑ). Η υποχώρηση του αποθέματος των ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του 2017 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές (6,5 δισ. ευρώ) και πωλήσεις (3,6 δισ. ευρώ) μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με στοιχεία Μαρτίου 2018, το ύψος των ΜΕΑ μειώθηκε κατά 2,1% συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2017, φθάνοντας τα 92,4 δισ. ευρώ ή το 48,5% των συνολικών ανοιγμάτων. Η μείωση των ΜΕΑ κατά το α’ τρίμηνο του 2018 οφείλεται κατά κύριο λόγο στις διαγραφές που ανήλθαν σε 1,7 δισ. ευρώ. Η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις, ρευστοποιήσεις και πωλήσεις ήταν ελαφρώς μειωμένη σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Στο μέλλον αναμένονται καλύτερες επιδόσεις, καθώς οι τράπεζες έχουν ήδη ανακοινώσει και σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιήσει πωλήσεις δανείων.

Αναθεώρηση των στόχων

Η κάλυψη από προβλέψεις σε επίπεδο συστήματος έχει αυξηθεί σημαντικά σε 49,0% τον Μάρτιο του 2018 από 46,2% τον Δεκέμβριο του 2017, ενώ, αν συμπεριληφθεί στις προβλέψεις και η αξία των εξασφαλίσεων (με ανώτατη αξία το υπόλοιπο του δανείου προ προβλέψεων απομείωσης), η κάλυψη των ΜΕΑ που επιτυγχάνεται ξεπερνά το 100%. Η αύξηση στην κάλυψη από προβλέψεις οφείλεται κυρίως στην αναγνώριση νέων υψηλών προβλέψεων λόγω της εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9). Οι τράπεζες υπέβαλαν στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2017 αναθεωρημένους στόχους για τη μείωση των ΜΕΑ.  Ο στόχος για το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τέλος του 2019 τίθεται σε 64,6 δισ. ευρώ (από 66,4 δισ. ευρώ που ήταν αρχικά). Η βελτίωση αυτή εκτιμάται ότι θα προέλθει από την επίσπευση πώλησης δανείων, κυρίως στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο και σε μικρότερο βαθμό στο καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο, καθώς επίσης και μέσω αύξησης των διαγραφών κυρίως στο χαρτοφυλάκιο λιανικής. Παρά την αναμενομένη μείωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 35,2% στο τέλος του 2019 (από 33,9% που ήταν ο αρχικός στόχος) εξαιτίας της αναθεώρησης προς τα κάτω των εκτιμήσεων για τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και της διενέργειας αυξημένων διαγραφών και πωλήσεων δανείων. Αυτό υποδηλώνει την ανάγκη για υπέρβαση της υφιστάμενης στοχοθεσίας για τη μείωση των ΜΕΑ και για επιτάχυνση των προσπαθειών βελτίωσης της ποιότητας στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών.