Ισόβια στη νεοναζί Μπεάτε Τσέπε της NSU για τις δέκα δολοφονίες

Ποινή ισόβιας κάθειρξης επέβαλε το ομοσπονδιακό δικαστήριο Μονάχου στην Μπεάτε Τσέπε, μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης NSU (σ.σ.: Εθνικό Σοσιαλιστικό Υπόγειο Ρεύμα), για τους δέκα ρατσιστικούς φόνους που διέπραξε με συνεργούς της –ανάμεσα στα θύματά τους ήταν κι ένας Έλληνας, ο Θεόδωρος Βουλγαρίδης.

Το δικαστήριο, που ανακοίνωσε σήμερα την ετυμηγορία του, πέντε χρόνια αφ’ ότου ξεκίνησε η δίκη, έκρινε την 43χρονη Τσέπε ένοχη για δέκα ανθρωποκτονίες, συμμετοχή στην οργάνωση NSU, τα μέλη της οποίας σκότωσαν οκτώ Τούρκους μετανάστες, έναν Έλληνα και μία Γερμανίδα αστυνομικό από το 2000 ως το 2007.

Εκτός απ’ την Τσέπε κατηγορούμενοι ήταν άλλοι δύο, ο Ούβε Μπένχαρντ και ο Ούβε Μούντλος, οι οποίοι όμως αυτοκτόνησαν τον Νοέμβριο του 2011, όταν η αστυνομία εντόπισε κατά λάθος την οργάνωση.

Από τις 6 Μαΐου του 2013 η Τσέπε λογοδοτεί ενώπιον του Εφετείου του Μονάχου. Ο εισαγγελέας Χέρμπερτ Ντίμερ που είχε εισηγηθεί την καταδίκη της Τσέπε είχε υποστηρίξει πως «η κατηγορούμενη είναι πλήρως υπεύθυνη για τις πράξεις της» σύμφωνα με τον νόμο, αφού ήταν «συνιδρύτρια, μέλος και συνεργός» τρομοκρατικής οργάνωσης, περιγράφοντας την ως έναν «ψυχρό, υπολογιστικό άνθρωπο».

Και η Τσέπε και οι νεκροί συνεργοί της Μούντλος και Μπένχαρντ είχαν σαφείς σχέσεις με την νεοναζιστική ιδεολογία και επεδίωξαν να σπείρουν τον φόβο μεταξύ των μεταναστών που ζούσαν στην Γερμανία, επιλέγοντας τυχαία τα θύματα τους, είχε επισημάνει ο εισαγγελέας, υπογραμμίζοντας ότι η Τσέπε όχι μόνο έδειξε μεγάλη προυθυμία να γίνει «βασικό στέλεχος της NSU» αλλά και να αποτελέσει «το ένα από τρία μέλη της συνωμοτικής» ηγεσίας της.

Η ίδια απ’ την αρχή αρνήθηκε κάθε εμπλοκή της στην οργάνωση και συμμετοχή της στους φόνους, αναλαμβάνοντας μόνο, με δήλωση της μέσω του δικηγόρου της το 2015, την ηθική ευθύνη, αφού δεν «προσπάθησε να τους σταματήσει», καθώς συζούσε επί χρόνια με τους συγκατηγορούμενούς της.

Το σύμπλεγμα NSU

Στις 4 Νοεμβρίου 2011, στην πόλη Eisenach της ανατολικής Γερμανίας, μια ληστεία τραπεζών πήγε στραβά και δύο μασκοφορεμένοι άνδρες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χώρο, αρχικά με ποδήλατα, προτού συνεχίσουν με ένα τροχόσπιτο.

Εν συνεχεία εντοπίστηκαν από μια αστυνομική περιπολία.

Οι ίδιοι απάντησαν με την πυρπόληση του τροχόσπιτού τους, με αποτέλεσμα – σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή των γεγονότων – να αυτοκτονήσουν.

Οι δύο νεκροί αναγνωρίστηκαν σύντομα ως οι Ούβε Μούντλος και Ούβε Μπενχαρντ. Και οι δύο τους είχαν βρεθεί στην παρανομία ως ακροδεξιοί τρομοκράτες από το 1998.

Η Μπεάτε Τσέπε έβαλε φωτιά στο διαμέρισμα στο Τσβίκαου (μια μικρή πόλη στην ανατολική Γερμανία) που είχαν μοιραστεί εδώ και πολλά χρόνια, και παραδόθηκε στην αστυνομία της Ιένας λίγες μέρες αργότερα.

Η υπόθεση δημιούργησε σκάνδαλο στην επικαιρότητα της Γερμανίας. Σημαντική κριτική απευθυνόταν στην αστυνομία επειδή δεν αναγνώρισε τα ρατσιστικά κίνητρα πίσω από τη σειρά αυτών των δολοφονιών και επιθέσεων και τελικά δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επιτυχώς τα γεγονότα της σειράς εγκλημάτων.

Μια εβδομάδα μετά τη δημοσίευση των γεγονότων, καταστράφηκε μια εκτενής συλλογή εγγράφων που σχετίζονται με την NSU από την εσωτερική μυστική υπηρεσία της Γερμανίας, το «Verfassungsschutz» (Προστασία του πολιτεύματος).