«Καθαρή έξοδος» με υψηλά πλεονάσματα και αυστηρή εποπτεία

Η ψήφιση του πολυνομοσχεδίου όχι μόνο υλοποιεί τη συμφωνία ολοκλήρωσης της τέταρτης αξιολόγησης, αλλά ανοίγει τον δρόμο για ελέγχους τουλάχιστον μέχρι το 2022.

Απέχουμε ακόμη έστω και λίγες μέρες από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τους δανειστές και τη διεξαγωγή του κρίσιμου Eurogroup της 21ης Ιουνίου. Αλλά από τις απανωτές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων ήδη έχουμε μία σχετικά καθαρή εικόνα για το τι πρόκειται να ακολουθήσει μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος τον ερχόμενο Αύγουστο. Το μήνυμα, δε, των δανειστών είναι ότι οι δεσμεύσεις για δημοσιονομική σταθερότητα και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων δεν τελειώνουν με την έξοδο από τα μνημόνια!

Του Σπύρου Σταθάκη

Είναι ενδεικτικά εξάλλου τα όσα ακούστηκαν στο συνέδριο του Economist από τους εκπροσώπους των δανειστών. Ειδικότερα, ο επικεφαλής του κλιμακίου του ESM για την Ελλάδα Νικόλα Τζιαμαριόλι επεσήμανε ότι είναι πρωταρχικής σημασίας η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και η επίπτωση που έχουν στη βιωσιμότητα του χρέους. Επίσης έδωσε έμφαση στις παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν στις ιδιωτικοποιήσεις, στις αγορές, στα κλειστά επαγγέλματα και σε άλλους τομείς της οικονομίας, παρεμβάσεις οι οποίες βεβαίως θα συνεχιστούν και μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο επικεφαλής του κλιμακίου της ΕΚΤ Φραντσέσκο Ντρούντι, ο οποίος τόνισε πως οι δράσεις στην περίοδο μετά το πρόγραμμα είναι σημαντικές και για τον λόγο αυτό αφ’ ενός απαιτείται η δέσμευση των ελληνικών αρχών, αφ’ ετέρου η επιτήρηση μετά το πρόγραμμα θα εστιάζεται στην εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, ο κ. Ντρούντι τόνισε ότι η συμφωνία για το χρέος πρέπει να είναι ρεαλιστική και να συνεκτιμά ενδεχόμενους κινδύνους, καταλήγοντας ότι θα χρειαστεί χρόνος για να επανέλθει η Ελλάδα σε μία κανονικότητα.

Ακόμη πιο ξεκάθαρος για το τι θα περιλαμβάνει η τελική συμφωνία κυβέρνησης και δανειστών ήταν ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ. Καταρχήν η επιτήρηση στην Ελλάδα θα είναι αυστηρότερη σε σχέση με τις άλλες χώρες που βγήκαν από μνημόνιο (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος) λόγω του ύψους των δανείων και της ελάφρυνσης του χρέους. Το ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι ο κ. Ρέγκλινγκ επεσήμανε, ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει σταθερή στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και μετά το πρόγραμμα. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του ESM η δέσμευση για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων είναι ουσιώδης.

Και αυτό γιατί, σε συνδυασμό με τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, αποτελούν προϋπόθεση για την επιστροφή της χώρας στις αγορές και για να υπάρξει μία καλή ποιοτικά γκάμα επενδυτών. Μόνο όταν υπάρξουν όλα αυτά η Ελλάδα θα μπορέσει να πείσει τους επενδυτές, καθώς η πρόσβαση στις αγορές είναι πολύ ευάλωτη και οι επενδυτές μπορεί να αποθαρρυνθούν μετά το πρόγραμμα. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του χρέους, ο κ. Ρέγκλινγκ έκανε λόγο για ενδεχόμενη περαιτέρω ελάφρυνση, επισημαίνοντας ότι μπορεί να αποφασιστούν κάποια επιπλέον μέτρα στο χρέος. Αν τόνισε με νόημα, ότι ακόμη και χωρίς ελαφρύνσεις στο χρέος η τελευταία πληρωμή έχει προγραμματιστεί για το 2059 και πως μακροπρόθεσμα, στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών», θα υπάρχει πάντα η δέσμευση των Ευρωπαίων να βοηθούν την Ελλάδα!

Τι ετοιμάζουν οι δανειστές για την «επόμενη μέρα»;

Πάντως, περισσότερες λεπτομέρειες για το μεταμνημονιακό τοπίο έδωσε ο επικεφαλής του κλιμακίου της Κομισιόν Ντέγκλαν Κοστέλο, κατά την ομιλία του στο συνέδριο του Economist. Έτσι, στο Eurogroup στις 21 Ιουνίου πρόκειται να συζητηθεί μία συμφωνία – πακέτο, η οποία θα περιλαμβάνει: Πρώτον, την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης και την εκταμίευση ενός επαρκούς ποσού δόσεων. Δεύτερον, τις αποφάσεις για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους για τα οποία η Κομισιόν υποστηρίζει την ανάγκη για ένα πακέτο εμπροσθοβαρούς εφαρμογής. Τρίτον, ένα πλαίσιο μεταμνημονιακής επιτήρησης.

Από εκεί και πέρα ο κ. Κοστέλο αποκάλυψε ουσιαστικά, ότι τα πρώτα χρόνια μετά το μνημόνιο θα εμπλακεί η Επιτροπή στο πρόγραμμα ενισχυμένης επιτήρησης, η δε επιτυχία των μεταρρυθμίσεων θα κριθεί τους επόμενους μήνες έως τον επόμενο χρόνο. Δεν μιλάμε φυσικά για νέο πρόγραμμα, αλλά επιτήρηση σε τριμηνιαία βάση. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του κλιμακίου της Κοιμισιόν η λήξη αυτής της ενισχυμένης επιτήρησης θα φανεί πότε θα γίνει, καθώς η απόφαση της Κομισιόν θα ανανεώνεται κάθε έξι μήνες. Αυτό ενδεχομένως θα συζητηθεί 2 ή 3 χρόνια μετά το τέλος του προγράμματος.

Ακριβώς για αυτή τη μεταμνημονιακή εποχή, ο κ. Κοστέλο αναφέρθηκε στα προβλήματα που εξακολουθεί και αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία όπως ο μεγάλος όγκος των κόκκινων δανείων και οι αναιμικές εξαγωγές, καθώς και στις βαθιές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα. Η νομοθεσία έχει γίνει αλλά βρίσκεται 1 χρόνο ή 18 μήνες πίσω στην υλοποίησή των μεταρρυθμίσεων. Και τούτο γιατί είναι πολυετείς και πρέπει να ολοκληρωθούν. Σε κάποιες μεταρρυθμίσεις τα πρώτα βήματα έχουν γίνει. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω βήματα σε τομές όπως στο Κτηματολόγιο ή στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων και των επενδύσεων.

Ο Ντέγκλαν Κοστέλο έδωσε λοιπόν το στίγμα, αλλά είχαν προηγηθεί και δηλώσεις άλλων Ευρωπαίων αξιωματούχων, που έδωσαν σημαντικά στοιχεία για το πού κινούνται τα πράγματα και για τη μεταμνημονιακή εποχή, αλλά και για την αναδιάρθρωση του χρέους. Για παράδειγμα, ο επικεφαλής του γραφείου του επιτρόπου Οικονομικών Πιέρ Μοσκοβισί, Ολιβιέ Μπαγί, μιλώντας σε σεμινάριο που διοργάνωσε η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποστήριξε, ότι δεν υπάρχει πια το χρονικό περιθώριο για να ενεργοποιήσει το ΔΝΤ ένα χρηματοδοτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα. Ωστόσο, το ΔΝΤ θα παραμείνει ως «τεχνικός σύμβουλος» στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, στην οποία θα υπαχθεί η Ελλάδα μετά το πρόγραμμα.

Από εκεί και πέρα και σε ό,τι αφορά τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, ο κ. Μπαγί τόνισε ότι οι χώρες της Ευρωζώνης έχουν δεσμευθεί ότι θα το κάνουν και πως όλοι έχουν όφελος από αυτό. Τα μέτρα που βρίσκονται υπό συζήτηση είναι η επέκταση της ωρίμανσης των ελληνικών ομολόγων από μηδέν έως 15 χρόνια και οι επιστροφές των κερδών των SMPs και των ΑΝFAs (ύψους 4 δισ. ευρώ) που εξετάζεται να δοθούν υπό όρους και σταδιακά (1 δισ. ετησίως). Το σχέδιο, σύμφωνα με πληροφορίες, περιλαμβάνει τα εξής μέτρα: Τα παλαιά δάνεια από τον προσωρινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (EFSM) θα παραταθούν κατά τουλάχιστον τρία χρόνια και τα επιτόκια αυτών των δανείων θα μειωθούν. Από εκεί και πέρα η Ελλάδα θα λάβει περί τα πέντε δισεκατομμύρια ευρώ από τα κέρδη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα ελληνικά ομόλογα. Ως αντιστάθμισμα θα συνεχιστεί ο ενισχυμένος έλεγχος της εφαρμογής των συμφωνηθεισών με την ελληνική κυβέρνηση μεταρρυθμίσεων.

Πάντως, σε δηλώσεις του ο πρόεδρος του Εuroworking Group, Xανς Φάιλμπριφ, παραδέχθηκε ότι παραμένει η διαφωνία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για το ύψος της αναγκαίας ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Σημείωσε, ωστόσο, ότι το ΔΝΤ θα συμμετάσχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τόσο στην ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος, όσο και στη μεταμνημονιακή εποχή, με τεχνική μορφή. Επιπλέον, εφόσον η Ελλάδα εκπληρώσει τα 88 προαπαιτούμενα της τελευταίας αξιολόγησης, θα ακολουθήσει μία σημαντική εκταμίευση, η τελευταία δόση των δανείων, ύψους 11-12 δισ. ευρώ. Η τελική δόση των δανείων θα είναι σημαντική προκειμένου να αυξηθεί το ταμειακό απόθεμα που δημιουργείται για την Ελλάδα.

Μακροπρόθεσμη ελάφρυνση χρέους στο πλαίσιο συμφωνίας

Για τη μεταμνημονιακή εποχή ο πρόεδρος του Εuroworking Group επεσήμανε ότι η Ελλάδα θα υπαχθεί στη λεγόμενη «ενισχυμένη εποπτεία», η οποία προβλέπει αξιολογήσεις των συμφωνηθέντων τέσσερεις φορές τον χρόνο. Και αυτό γιατί, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που έλαβε μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους. Ως εκ τούτου η εποπτεία, μετά το πρόγραμμα, θα είναι πιο ενισχυμένη σε σχέση με τις άλλες πρώην μνημονιακές χώρες.

Μία ιδιαίτερα χρήσιμη σύνοψη όλων των παραπάνω, έκαναν πηγές από τις Βρυξέλλες. Αναλυτικότερα, θα υπάρξει ουσιαστικά ένα πλαίσιο συμφωνίας το οποίο θα περιλαμβάνει και ελάφρυνση χρέους αλλά και δεσμεύσεις βάσει των οποίων θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις στο μέλλον. Η επιτήρηση της Ελλάδας μετά το μνημόνιο θα είναι τριμηνιαία και σε αυτή θα συμμετέχει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Μετά την έξοδο από το πρόγραμμα, η Ελλάδα θα υπαχθεί στη λεγόμενη «ενισχυμένη εποπτεία» (Enhanced Surveillance).

Επίσης το «μαξιλάρι» διαθεσίμων του ελληνικού δημοσίου, το οποίο θα συγκεντρωθεί τόσο από την ελληνική συνεισφορά όσο και από δόσεις του ESM θα φτάσει στα 20 δισ. ευρώ και θα επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας έως και το τέλος του 2019. Σε ό,τι αφορά τις μεσοπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου, η Κομισιόν θεωρεί πως είναι διαχειρίσιμες ακόμη και χωρίς νέα μέτρα για την αναδιάρθρωση του χρέους. Ειδικότερα, τα επόμενα χρόνια οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους εκτιμάται πως θα είναι διαχειρίσιμες και θα φτάνουν έως το 7 έως 8% του ΑΕΠ. Θα είναι λίγο υψηλότερες, έως το 10% του ΑΕΠ, έως το 2030, δηλαδή σχετικά διαχειρίσιμες, ακόμη και χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους. Όσον αφορά στις αιρεσιμότητες που θα τεθούν σε εφαρμογή μετά το μνημόνιο, αυτές θα συνδέονται με τα SMPs & ANFAs (αδιάθετα κέρδη ομολόγων που διακρατούν κεντρικές τράπεζες), τα οποία εκτιμούνται συνολικά σε 4 δισ. ευρώ ή στο 2% του ΑΕΠ και τα οποία προβλέπεται ότι θα αποδίδονται ετησίως με ρυθμό 1 δισ. ανά έτος την περίοδο 2019-2022.

Θα υπάρξουν επίσης μέτρα στο χρέος που θα γίνουν μακροπρόθεσμα, όπως περαιτέρω παρεμβάσεις στο δάνειο του EFSF (δεύτερο δάνειο), αν αυτό καταστεί αναγκαίο. Το κρίσιμο πάντως στοιχείο, σύμφωνα με τις πηγές της Κομισιόν, είναι ότι πρέπει να διασφαλιστεί, πως δεν θα ανατραπούν και πάλι οι μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει και ότι δεν θα χρειαστεί και πάλι χρήματα η χώρα στο μέλλον αν της δοθεί ελάφρυνση χρέους. Γιαυτό και είναι απαραίτητη αφ’ ενός η ιδιοκτησία του προγράμματος από τις ελληνικές αρχές, αφ’ ετέρου η αντιμετώπιση της εμφανούς αδυναμίας της δημόσιας διοίκησης να υλοποιήσει με σχετική ταχύτητα και αποτελεσματικότητα τις μεταρρυθμίσεις.

Το μεσοπρόθεσμο για το 2019-2022 και οι πολυετείς δεσμεύσεις

Στο πλαίσιο αυτό το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) για την περίοδο 2019 -2022, το οποίο περιλαμβανόταν στο πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα της 4ης αξιολόγησης, στην ουσία αποτελεί το δημοσιονομικό μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα στα επόμενα τέσσερα χρόνια και φυσικά η υλοποίησή του θα αποτελεί αντικείμενο της μεταμνημονιακής εποπτείας. Σύμφωνα και με σχετική ανάλυση της ΕΣΕΕ, το ΜΠΔΣ περιλαμβάνει μία σειρά ήδη ψηφισμένων μέτρων, όπως επίσης και προβλέψεις για την πορεία βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2018-2022. Ειδικότερα, για το τρέχον έτος προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα 3,56% του ΑΕΠ, το οποίο αυξάνεται σε 3,96% του ΑΕΠ το 2019, σε 4,15% του ΑΕΠ το 2020, σε 4,53% του ΑΕΠ το 2021 και σε 5,19% του ΑΕΠ το 2022. Όσον αφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, υπολογίζεται μία μέση άνοδος μεταξύ 2,0% και 2,5% ανά έτος, για την περίοδο 2018 – 2021, ενώ το 2022 ο ρυθμός ετήσιας αύξησης θα υποχωρήσει στο 1,8%. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρείται πως η εκτιμώμενη επίτευξη του υψηλότερου πρωτογενούς πλεονάσματος το 2022 (5,19% του ΑΕΠ) συμπίπτει με το χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας της πενταετίας (+1,8% αύξηση του ΑΕΠ το 2022).

Παράλληλα, σχετικά με το σκέλος των περικοπών/αναπροσαρμογών γίνονται εκτιμήσεις για τη δημοσιονομική απόδοση από την περικοπή των συντάξεων από 1/1/2019 αλλά και της μείωσης του αφορολόγητου ορίου για μισθωτούς και συνταξιούχους από 1/1/2020. Στον αντίποδα, γίνεται αναφορά και στα αντίμετρα, κυρίως φορολογικού χαρακτήρα, τα οποία θα ισχύσουν προκειμένου να επέλθουν ελαφρύνσεις τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα. Ειδικότερα, η περικοπή των συντάξεων ύψους 2,882 δισ. € το 2019 θα προέλθει κατά βάση από την αναπροσαρμογή στις κύριες συντάξεις πλην δημοσίου (1,434 δισ. €) και από την αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων του δημοσίου (1,121 δισ. €).

Ένα ποσό της τάξεως περίπου των 230 εκ. € θα εξοικονομηθεί από τη συρρίκνωση των επικουρικών συντάξεων, ενώ το πάγωμα των συνταξιοδοτικών αποδοχών έως το 2022, δηλαδή η μη αύξησή τους ανεξαρτήτως της πορείας του ΑΕΠ και του πληθωρισμού, θα έχει μειωμένη αποδοτικότητα. Επίσης, από 1/1/2019 ο υπολογισμός των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών θα πραγματοποιείται βάσει του το 100% του ασφαλιστέου εισοδήματος. Άρα καταργείται η έκπτωση 15% επί των ασφαλιστικών εισφορών των μη μισθωτών και αυτό το μέτρο θα αποφέρει στα κρατικά ταμεία περί τα 138 εκ. €. Σε ό,τι αφορά τα φορολογικά μέτρα, η βασικότερη επιβάρυνση για μισθωτούς και συνταξιούχους προέρχεται από τη μείωση της έκπτωσης φόρου από τα 1.900 € στα 1.250 €, η οποία στην πράξη ισοδυναμεί με μείωση του αφορολόγητου ορίου από τα σημερινά επίπεδα των 8.636 € στα 5.681 €, από 1/1/2020. Η δημοσιονομική απόδοση του μειωμένου αφορολόγητου συνεπάγεται μία άνοδο του φόρου εισοδήματος κατά 1,92 δισ. € στη διάρκεια του 2020.

Οι φορείς της αγοράς επισημαίνουν πάντως, ότι οι περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο είναι πολύ πιθανό να περιορίσουν δραστικά την κατανάλωση, με κυριότερες εκφάνσεις τη μείωση των φορολογικών εσόδων (μειωμένη εισπραξιμότητα κυρίως από έμμεσους φόρους) αλλά και τη διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία λόγω αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεων.

Η μείωση του αφορολόγητου και η περαιτέρω περικοπή των συντάξεων παρά τις όποιες προβλέψεις για εισαγωγή αντίμετρων και μείωσης της φορολογίας αφήνει εκτεθειμένα δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά σε κίνδυνο φτώχειας. Σε έναν πληθυσμό που το 50% δηλώνει ως κύρια πηγή εισοδήματος τη σύνταξη οποιαδήποτε νέα μειωτική παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει υφεσιακά. Οι περικοπές αυτές μάλιστα γίνονται σε μια περίοδο που ο ΕΦΚΑ δεν παρουσιάζει ελλείμματα και χωρίς να έχει ακόμα επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών ταμείων. Επιπλέον, η επίτευξη υπερπλεονασμάτων δεν πρέπει να αποτελεί στρατηγικό στόχο της κυβέρνησης. Αντίθετα, πρέπει όλα τα πολιτικά κόμματα να συμφωνήσουν σε μια σταδιακή μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις, του ΦΠΑ και του ΕΝΦΙΑ.