Παίρνουν θέσεις οι μεγάλοι «παίχτες» στην αρένα του χρέους

Κλιμακώνονται οι διαπραγματεύσεις για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στην ελληνική οικονομία.

Λίγα μόνο βήματα απομένουν πλέον προκειμένου η ελληνική οικονομία να επιστρέψει επιτέλους στην πολυπόθητη ομαλότητα και στη χρηματοπιστωτική κανονικότητα, μετά από σχεδόν μία δεκαετία κρίσης, η οποία συνοδεύτηκε από τρία αυστηρά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής. Και όπως τονίζει συνεχώς και η ΤτΕ, είναι κρίσιμης σημασίας τόσο η έγκαιρη περάτωση της τέταρτης αξιολόγησης όσο και η εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Η Ελλάδα, λοιπόν, βρίσκεται κυριολεκτικά σε απόσταση αναπνοής από την ολοκλήρωση και του τρίτου μνημονίου, το οποίο ουσιαστικά λήγει στο τέλος Αυγούστου. Η εξέλιξη αυτή θα σηματοδοτήσει, τυπικά τουλάχιστον, την τελική έξοδο από την κρίση, μετά από πολλά χρόνια κοινωνικών εντάσεων και οικονομικής ύφεσης. Μόνο που όσο πλησιάζει αυτή η στιγμή τόσο οι διαβουλεύσεις όλων των εμπλεκόμενων μερών, κυρίως στο παρασκήνιο, κλιμακώνονται. Και η όλη διαδικασία αποδεικνύεται ότι μόνο εύκολη δεν είναι, αφού εξακολουθεί να υπάρχει διάσταση απόψεων σε διάφορα κρίσιμα ζητήματα, όχι μόνο μεταξύ της κυβέρνησης και των «θεσμών» αλλά και ανάμεσα στους δανειστές. Γιαυτό τα μηνύματα το τελευταίο χρονικό διάστημα είναι, θα λέγαμε, αμφίσημα. Για παράδειγμα, από τη μια οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την μεσοπρόθεσμη πορεία της ελληνικής οικονομίας γίνονται δεκτές από τους Ευρωπαίους με ιδιαίτερα θετική ματιά, σε σημείο μάλιστα που να διαδίδουν ότι είναι πεπεισμένοι πλέον για τη «βούληση» του ΔΝΤ να ενεργοποιήσει το πρόγραμμά του για την Ελλάδα, πριν ολοκληρωθεί το ευρωπαϊκό σκέλος του προγράμματος. Από την άλλη, όμως, από αξιωματούχους του Ταμείου διέρρευσε ότι ναι μεν είναι θετική εξέλιξη η αναθεώρηση των προβλέψεων για το πρωτογενές πλεόνασμα, ωστόσο θεωρούν πρόωρο σε αυτή τη φάση να συζητηθεί το σενάριο για επίσπευση της μείωσης του αφορολόγητου από το 2019.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Περιμένοντας να πάρει απόφαση το Ταμείο

Ειδικότερα, τα στελέχη του ΔΝΤ ξεκαθάρισαν, πως τον Ιούνιο θα γίνει απολογισμός της δημοσιονομικής κατάστασης και των πολιτικών που θα χρειαστούν για να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ με τρόπο βιώσιμο και φιλικό προς την ανάπτυξη, με βάση τα διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή δεδομένα. Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ έχει συμφωνήσει «επί της αρχής» σε ένα πρόγραμμα για την Ελλάδα, του οποίου η πλήρης ενεργοποίηση εξαρτάται από δύο βασικές προϋποθέσεις: Πρώτον, από τα μέτρα που θα λάβουν οι Ευρωπαίοι για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά του. Δεύτερον, από την υλοποίηση των απαιτούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και από την εξασφάλιση ότι επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Άλλωστε, στην απόφαση που έλαβε το ΔΝΤ τον Ιούλιο του 2017, μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, περιγράφονται ξεκάθαρα οι όροι με τους οποίους θα συμμετάσχει στη χρηματοδότηση της Ελλάδας. Το νέο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής θα τεθεί σε ισχύ μόνο αφού το Ταμείο λάβει συγκεκριμένες και αξιόπιστες διαβεβαιώσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδας για τη βιωσιμότητα του χρέους, και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα ακολουθεί πιστά το οικονομικό πρόγραμμα. Επιπλέον, το ΔΝΤ μέχρι και σήμερα υποστήριζε ότι η μείωση του αφορολόγητου ορίου θα εφαρμοστεί από το 2019, έναν χρόνο νωρίτερα από ό,τι είχε συμφωνηθεί, καθώς εκτιμούσε ότι δεν θα εκπληρωθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.

«Μία κρύο, μία ζέστη»

Το Ταμείο εκτιμούσε, εξάλλου, ότι τα αντίμετρα της κυβέρνησης δεν πρόκειται να εφαρμοστούν από το 2019, αλλά το νωρίτερο από το 2023, όταν θα περιοριστούν σε χαμηλότερα επίπεδα οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα. Δεν ξέρουμε αν τώρα για όλα αυτά έχει αλλάξει απόψεις. Οι προβλέψεις του, πάντως, για την ελληνική οικονομία είναι «μία κρύο, μία ζέστη». Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το Ταμείο αναθεώρησε προς τα πάνω τις προβλέψεις του για το πρωτογενές πλεόνασμα, τόσο για το 2017 όσο και για το 2018. Αναλυτικότερα, το Ταμείο υπερδιπλασιάζει τις προβλέψεις του για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2017, καθώς πλέον το υπολογίζει στο 3,7% του ΑΕΠ, όταν πριν από μόλις έξι μήνες το εκτιμούσε στο 1,7% του ΑΕΠ.

Σε ό,τι αφορά το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018, το ΔΝΤ εκτιμάει τώρα ότι θα κλείσει στο 2,9% του ΑΕΠ, από 2,2% του ΑΕΠ που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη. Αυτό βεβαίως δημιουργεί μια «τρύπα» περίπου 1,1 δισ. ευρώ από τον στόχο που έχει θέσει για φέτος το πρόγραμμα του ESM, αλλά καλύπτει πλήρως τον στόχο που έχει θέσει το ΔΝΤ, οπότε δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα νέων μέτρων, τουλάχιστον από την πλευρά του Ταμείου. Από το 2019 ως και το 2022 προβλέπεται στο 3,5% του ΑΕΠ, ενώ για το 2023 το Ταμείο υπολογίζει πως το πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 1,5% του ΑΕΠ, που βρίσκεται εντός των δικών του στόχων. Όχι όμως και εντός των στόχων των Ευρωπαίων, που έχουν θέσει τον πήχυ στο περίπου 2% του ΑΕΠ.

Το ζήτημα της ανάπτυξης

Αν προβληματίζει πάντως κάτι, είναι το πώς βλέπει το ΔΝΤ το ζήτημα της ανάπτυξης. Εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο αισιόδοξα. Ειδικότερα, το Ταμείο αναθεώρησε επί τα χείρω την προ εξαμήνου εκτίμησή του για ανάπτυξη 2,6% τη φετινή χρονιά και «κατεβάζει» την πρόβλεψη σε 2% του ΑΕΠ για το 2018.Την ίδια στιγμή, τόσο ο προϋπολογισμός όσο και η Κομισιόν, στις χειμερινές της προβλέψεις, προβλέπουν ανάπτυξη 2,5% του ΑΕΠ για φέτος. Επίσης, για το επόμενο έτος το ΔΝΤ βλέπει ακόμη χαμηλότερη ανάπτυξη, 1,8% του ΑΕΠ, σε αντίθεση με την Κομισιόν που αναμένει 2,5%.

Οι προβλέψεις αυτές του ΔΝΤ για τους αναπτυξιακούς ρυθμούς δημιουργούν πρόβλημα, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε αναθεώρηση επί τα χείρω και των εκτιμήσεων για τα δημοσιονομικά μεγέθη, εξέλιξη που θα οδηγήσει σε αύξηση των πιέσεων για την πιστή εφαρμογή των μέτρων που ήδη έχουν προνομοθετηθεί για το 2019 και το 2020. Δηλαδή τη νέα μείωση στις συντάξεις και την περικοπή του αφορολόγητου ορίου, το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί και έναν χρόνο νωρίτερα, αν το ΔΝΤ κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019. Σε κάθε περίπτωση, οι προθέσεις του ΔΝΤ θα φανούν στην πράξη τις επόμενες μέρες. Όμως, όπως επεσήμαναν τα στελέχη του, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τον Ιούνιο, οπότε θα πάρει τις οριστικές αποφάσεις του. Πάντως, ο στόχος των Ευρωπαίων δεν φαίνεται να έχει μεταβληθεί. Δηλαδή στο Eurogroup της Σόφιας στις 27 Απριλίου να επιτευχθεί προκαταρκτική συμφωνία μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους που θα οδηγήσει στην ενεργοποίηση του προγράμματος του ΔΝΤ για την Ελλάδα. Από την προκαταρκτική συμφωνία, όμως, μέχρι και τις τελικές αποφάσεις, το «παζάρι» στο παρασκήνιο μπορεί να χοντρύνει και άλλο…

Μπερδεμένα τα πράγματα και από τη Γερμανία

Και αν ακόμη περιμένουμε το ΔΝΤ να ξεκαθαρίσει τη στάση του, τότε τι να πούμε για τη νέα γερμανική κυβέρνηση. Μπορεί ο «σκληρός» Σόιμπλε να μην είναι πλέον υπουργός Οικονομικών, η επιρροή του όμως εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Και αυτό, όπως γράφαμε την προηγούμενη εβδομάδα, έχει φέρει σε δύσκολη θέση τον διάδοχό του, Όλαφ Σολτς, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να «πατάει σε δύο βάρκες» στο ζήτημα της αναθεώρησης του χρέους. Και να δώσει κάποιες παραχωρήσεις, αλλά και να μη δυσαρεστήσει το πολιτικό σύστημα στη Γερμανία, ιδίως του Χριστιανοκοινωνιστές συνεργάτες στην κυβέρνηση συνασπισμού, οι οποίοι είναι κάθετα αντίθετοι σε οποιαδήποτε ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Χρειάζεται χρόνος

Η αντίφαση αυτή στη στάση του οικονομικού επιτελείου της γερμανικής κυβέρνησης φαίνεται καθαρά από τις διαρροές που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στα ξένα ΜΜΕ, και προέρχονται από το Βερολίνο. Μπορεί αυτές οι πληροφορίες να εντάσσονται στη διαπραγματευτική τακτική της Γερμανίας, αλλά όπως και να έχει συσκοτίζουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Διά του λόγου το αληθές, σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας «Süddeutsche Zeitung», οι δανειστές συζητούν το ενδεχόμενο να παραταθεί για μερικούς μήνες το Τρίτο Πρόγραμμα Στήριξης που κανονικά ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. Ο λόγος είναι ότι για πολλοστή φορά η ελληνική κυβέρνηση χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να υλοποιήσει τις μεταρρυθμιστικές της υποχρεώσεις. Επιπρόσθετα, το ΔΝΤ πρέπει να αποφασίσει οριστικά αν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα, κάτι που εξαρτάται από την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, την οποία θα συμφωνήσουν οι Ευρωπαίοι. Ειδικότερα, στόχος όλων είναι η επίτευξη μιας πολιτικής συμφωνίας για την ελάφρυνση του χρέους το αργότερο στις αρχές Μαΐου, η οποία θα άνοιγε τον δρόμο για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Στις συνομιλίες, ωστόσο, εξετάζεται ήδη η προθεσμία αυτή να μετατεθεί τον Ιούνιο και να επιμηκυνθεί η ισχύς του τρέχοντος προγράμματος, εφόσον οι διαπραγματεύσεις κρατήσουν χρονικά περισσότερο. Επίσης, οι δανειστές ζητούν αυστηρότερη επιτήρηση της Ελλάδας μετά το τέλος του προγράμματος σε σύγκριση με την Ιρλανδία ή την Πορτογαλία. Φαίνεται ότι είναι της γνώμης ότι η Αθήνα οφείλει να δεχθεί αυστηρότερη επιτήρηση, αφού σε τελική ανάλυση η συζητούμενη ελάφρυνση του χρέους αφορά σε δεκαετίες ολόκληρες.

Άλλη τροπή

Εφόσον οι πληροφορίες αυτές ισχύουν, είναι εύλογο ότι οι διαπραγματεύσεις παίρνουν άλλη τροπή. Μπορεί φυσικά να μην ισχύει τίποτα, και όλο αυτό να είναι ένα σενάριο των Γερμανών προκειμένου να πιέσουν καταστάσεις. Το ζήτημα ωστόσο είναι ότι από τις μέχρι τώρα εξελίξεις η κυβέρνηση ίσως χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να υλοποιήσει τις μεταρρυθμιστικές της υποχρεώσεις, στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης. Από την άλλη, το ΔΝΤ πρέπει να αποφασίσει οριστικά αν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα, κάτι που εξαρτάται από την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, την οποία θα συμφωνήσουν οι Ευρωπαίοι. Και οι οριστικές του αποφάσεις, όπως ήδη είπαμε, θα παρθούν τον Ιούνιο.

Την ώρα, λοιπόν, που διαρρέουν αυτά, για τα οποία φυσικά ήρθε και η διάψευση από την μεριά της Κομισιόν, άλλα δημοσιεύματα στα ξένα ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται να έχει δώσει την κατ’ αρχήν έγκρισή της, σε ένα από τα μέτρα που επεξεργάζεται σε τεχνικό επίπεδο το EuroWorking Group. Πρόκειται για την επαναγορά χρεογράφων ύψους 9,5 δισ. ευρώ. Τα ομόλογα αυτά τα είχε αποκτήσει η ΕΚΤ κατά τη διάρκεια της ευρωκρίσης, στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς ομολόγων (SMP). Αν λοιπόν η Αθήνα τα ξεχρέωνε τώρα πρόωρα, θα εξοικονομούσε πόρους κατά τα επόμενα χρόνια, επειδή θα ξεπλήρωνε ακριβό χρέος με συμφέροντα δάνεια του ΕΜΣ.

Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει, επειδή στο πρόγραμμα βοήθειας του ΕΜΣ και στο τέλος Αυγούστου θα υπάρχουν υπόλοιπα χρήματα. Μέχρι τώρα η Ελλάδα έχει λάβει από το πρόγραμμα άνω των 86 δισ. ευρώ μόλις λιγότερα από 46 δισ. ευρώ. Η τελευταία δόση βοήθειας αναμένεται να καταβληθεί μέχρι το καλοκαίρι. Θα απέμενε έτσι ένα ποσό της τάξης των 11 δισ. ευρώ, που θα έφτανε για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας για πολύ καιρό. Κι επειδή έπειτα και παρ’ όλα αυτά θα μείνουν χρήματα, θα μπορούσαν να διατεθούν στην Ελλάδα για την επαναγορά χρέους από την ΕΚΤ.

Εναλλακτικό μοντέλο

Το πρόβλημα τώρα είναι ότι δεν συμφωνούν όλα τα στελέχη της ΕΚΤ από αυτήν την πρόταση. Η όλη συναλλαγή δηλαδή έχει το μειονέκτημα ότι εμπλέκει τους υπουργούς Οικονομικών, πράγμα που δεν συνάδει με την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής μέσα στη Ζώνη του ευρώ, και η ΕΚΤ φοβάται μήπως κατηγορηθεί γι’ αυτό. Γιαυτό υπάρχει εναλλακτικό μοντέλο, το οποίο προβλέπει ότι τα κέρδη από τους τόκους των ομολόγων θα μπορούσαν σιγά-σιγά να επιστρέφονται στην Αθήνα. Αυτό θα γίνεται μέσω του ΕΜΣ και των κρατών της Ευρωζώνης, ενώ η ΕΚΤ θα εμπλεκόταν μόνον έμμεσα. Ήδη υπάρχουν φυλαγμένα 1,6 δισ. ευρώ παγωμένα κέρδη από τόκους, σε έναν λογαριασμό του ΕΜΣ, που σε πρώτη φάση θα μπορούσαν να απελευθερωθούν. Τα υπόλοιπα κέρδη από τους τόκους θα μπορούσαν να καταβληθούν τα επόμενα χρόνια, και μάλιστα, όπως επιθυμούν η γερμανική κυβέρνηση και άλλα κράτη του ευρωπαϊκού Βορρά, να συνδεθεί η αποπληρωμή τους με όρους. Ούτως ή άλλως, ένας έλεγχος από τους δανειστές μετά το τέλος του προγράμματος θα υπάρχει. Σύμφωνα όμως με αυτό το σχέδιο, η μεταμνημονιακή εποπτεία και οι νέες δεσμεύσεις που θα τεθούν σε ό,τι αφορά την οικονομική πολιτική θα συνδεθούν με τη σταδιακή εκταμίευσή αυτών των κεφαλαίων. Και κάτι τέτοιο φυσικά βολεύει τη Γερμανία. Προς το παρόν, το Βερολίνο, πέρα από αυτές τις διαρροές, αποφεύγει επισήμως να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις για το ποια στάση θα κρατήσει. Το μόνο που έχει γίνει δημοσίως γνωστό είναι ότι το καλοκαίρι αναμένεται το τελικό πόρισμα των «θεσμών» για την υλοποίηση των προαπαιτούμενων του τρέχοντος ελληνικού προγράμματος όπως και η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Επιπλέον, θα πρέπει η Ελλάδα να καταθέσει ένα αξιόπιστο πρόγραμμα που θα αναδεικνύει προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και μετά να συζητηθούν τα επόμενα βήματα, που είναι φυσικά η αναδιάρθρωση του χρέους.

Αυστηρή στάση

Άλλα δημοσιεύματα πάντως του γερμανικού τύπου αναφέρουν ότι η γερμανική κυβέρνηση θα κρατήσει αυστηρή στάση τόσο στη συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους όσο και στη συμφωνία για τη μεταμνημονιακή εποχή. Και μάλιστα είναι έτοιμη να συγκρουστεί με το ΔΝΤ το οποίο ζητά πλήρη ελάφρυνση του χρέους. Εκεί που συμφωνούν ωστόσο Βερολίνο και Ουάσιγκτον είναι ότι δεν πρόκειται να δεχθούν παρεκκλίσεις από τη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόζεται στην Ελλάδα, ακόμη κι αν βγει από το μνημόνιο. Η σκληρή γραμμή της Γερμανίας συνίσταται στο ότι δεν θα κάνει πίσω ως προς την πιστή εφαρμογή ενός πολυετούς εποπτικού οργάνου που θα παρακολουθεί τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Θα ζητήσει επίσης να μην υπάρξουν μέτρα που θα βγάλουν εκτός προγράμματος την προσαρμογή. Πρόκειται για μέτρα που είτε θα συνδέονται με την ελάφρυνση του χρέους, όσο και μέτρα που θα συνδέονται με την μετά – μνημόνιο εποχή και που δεν θα αφήνουν την Ελλάδα να «ξεφεύγει» αλλά να πετυχαίνει πάντα στόχους.